Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Πρόλογος

Τα  τραγούδια που ακούγονται και διαβάζονται σε τούτο το ιστολόγιο, τα σκάρωσα στις αρχές του Νοέμβρη του 2011, λίγες μέρες μετά το φευγιό του μεγάλου Ηπειρώτη φωτογράφου και σπάνιου ανθρώπου Κώστα Μπαλάφα.

Τα σκέφτηκα σαν ένα μουσικοθεατρικό αφιέρωμα στο συγκεριμένο δημιουργό, με τίτλο "Εδώ το λένε Ήπειρο", που θα πορούσε να παρουσιαστεί, με λαϊκή ορχήστρα και θεατρικά δρώμενα  επί σκηνής, και με την ταυτόχρονη προβολή με προτζέκτορα,της συγκεκριμένης για κάθε τραγούδι φωτογραφίας του Μπαλάφα, καθώς θα εκτελούνται τα τραγούδια και τα ανάλογα θεατρικά δρώμενα, αφού το καθένα απ' τα τραγούδια, λειτουργεί σαν ..μουσική λεζάντα για καθεμιά φωτογραφία. (Στό κάθε βιντεάκι-τραγούδι, που υπάρχει εδώ αποκάτω, δεσπόζει αυτή η ,διαφορετική για κάθε τραγούδι, φωτογραφία που μ' ενέπνευσε να σκαρώσω το καθένα απ' τα τραγούδια...)
........................................................................


Κοιτάζοντας ,λοιπόν, τις φωτογραφίες απ' το αρχείο του μεγάλου Ηπειρώτη δημιουργού, συγκινήθηκα και κατάλαβα καλά τι σημαίνει "καλλιτέχνης του λαού".

Κατάλαβα γιατί μας συγκινεί παραπάνω ο Ρίτσος για παράδειγμα, απ' τον Καβάφη, ή ο Τσιτσάνης απ' το Χατζιδάκη,
ή ο Μπιθικώτσης από ένα σωρό τραγουδιστές "ορθότερους" μουσικά κι ..ευγενέστερους φωνητικά.

Το να φτάσει ο καλλιτέχνης να μπορεί να μιλάει , πειστικά, εξ ονόματος του λαού, είναι μεγάλη υπόθεση.

Είναι θείο δώρο, παράσημο μέγιστο και διάκριση που ξεπερνάει κατά πολύ ένα βραβείο Νόμπελ, για παράδειγμα, ή τους όποιους επαίνους των σχετικών κριτικών.


Ο Κώστας Μπαλάφας, απ' τη Χώσεψη της Ηπείρου, ήταν ένας μεγάλος μάστορας του φωτογραφικού φακού.

Απαθανάτισε ανθρώπους του μόχθου και της φτώχειας και τόπους της πέτρας και της ερημιάς.

Ό,τι , δηλαδή, είναι κοντύτερα στο Θεό.


Ήταν ένας αληθινός, βαθιά-λαϊκός καλλιτέχνης, παναπεί δημιουργός, εννιά και δέκα φορές πιο αξιοσέβαστος κι αξιότερος ακόμα κι από έναν Νομπελίστα, αν δεχτούμε ότι δουλειά του καλλιτέχνη είναι να στέκεται με το έργο του, δίπλα στον αδύναμο, τον πάσχοντα, το φτωχό και τον καταπιεσμένο...

Βέβαια, οι εξουσίες, για ευνόητους λόγους,αποστρέφονται τους αληθινά λαϊκούς-μεγάλους καλλιτέχνες σαν τον Μπαλάφα, κι αβαντάρουν ομότεχνούς τους - ομότεχνους των φωτογράφων, στην περίπτωσή μας, σαν τη Νέλλη, ας πούμε, που έγινε γνωστή για τις γυμνές, όμορφες αναντίρρητα, φωτογραφίες της στην Ακρόπολη - που δεν θίγουν κατεστημένα κι ούτε δημιουργούν με το έργο τους, επικίνδυνους για αυτές (τις εξουσίες) συνειρμούς στή λαϊκή μάζα-δέκτη του έργου.

...................................


Οι φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα θα 'πρεπε να διδάσκονται στα σχολειά, αφού αποπνέουν ανθρωπιά και τιμιότητα, διδάσκουν ολιγάρκεια και μπέσα, και μοσχοβολάνε ορθοδοξία κι Ελλάδα...

Μοιάζουν, ακόμα, οι φωτογραφίες του, να εμφανίστηκαν εκεί επί τόπου στα βουνά, όπου τραβήχτηκαν !

Λες και σμίγανε, δηλαδή, το σύννεφο κι ο ίσκιος του κυπαρισσιού , με το σούρουπο και του κοράκου το μαύρο φτερό, για να φκιάνουν έναν σκοτεινό θάλαμο, κάθε φορά που έκανε "κλικ" η μηχανή του Μπαλάφα !

Τούτο , όμως, το πράμα το ευλογημένο, το να συνωμοτεί ,δηλαδή, η φύση ολάκερη για να υπηρετήσει-εξυπηρετήσει τον καλλιτέχνη, συμβαίνει σπανιότατα και, μονάχα όταν ο καλλιτέχνης κοπιάζει για το λαό, για τον πάσχοντα θνητό-άνθρωπο μ' άλλα λόγια, και μονάχα όταν ο καλλιτέχνης δεν κόπτεται για βραβεία, επαίνους και διακρίσεις, παρά μόνο διακονεί την τέχνη, αθώα,ταπεινά κι ανυστερόβουλα, γιατί απλούστατα πλάστηκε για τούτο.

.......................................


Ο Κώστας Μπαλάφας είναι ο Μάρκος Βαμβακάρης της φωτογραφίας στην Ελλάδα.

Τον έσπρωξε στη φωτογραφία, το δημιουργικό του ταλέντο κι η ευαισθησία του.

Τον έκανε μεγάλο καλλιτέχνη, η αγάπη του για τον απλό άνθρωπο, ο βαθύς του σεβασμός για τον ανώνυμο Ηπειρώτη, η λατρεία του για τον τόπο του το φτωχό κι άγονο, αλλά και τόσο δοξασμένο, χιλιόπαθο κι ας αγνοημένο.

......................................


Τα τραγούδια, 23, ένα για καθεμιά απ' τις 23 φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα, που μ' ενέπνευσαν,τα σκάρωσα με πρώτο μου μέλημα να 'χουν λόγο απλό κι αφτιασίδωτο.

Ν' ακούγονται σαν τις ντρέτες κουβέντες ενός τσοπάνου.

Πρόκειται για μελοποιημένους στίχους που αποτελούνται από δεκαπεντασύλλαβους, κυρίως.

Οι μελωδίες τους στηρίζονται πάνω σε απλές λαϊκές φόρμες, τόσο απλές που να μπορεί να τις τραγουδάει ο πασαένας.

........................................

Τα, ανολοκλήρωτα ακόμα, και με τη μορφή, προς το παρόν, μουσικού σκίτσου, με τη συνοδεία ενός ακορντεόν μονάχα και της φωνής μου,τραγούδια, στίχους και μουσικές, τα 'γραψα το πρώτο δεκαήμερο του Νοέμβρη του 2011, σε μια περίοδο, συναισθηματικά πολύ φορτισμένη για μένα, αφού τότε "έφυγε" η μάνα μου Αριάδνη Σωτ. Παπαγεωργίου.

Της τ' αφιερώνω, με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη, για όσα, από αλάθητο ένστικτο κι απέραντη αγάπη, μονάχα, μου 'δωκε.


Άγγελος Σωτ. Παπαγεωργίου

Γιάνενα, 17 Νοέμβρη του 2011

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Τα σπίτια που 'ναι πέτρινα

 

Τα σπίτια που 'ναι πέτρινα
κι από καιρό κλειστά,
πάν' με φτερά αγέρινα
τις νύχτες στα βουνά. 


Γεμίζουν το κελάρι τους
δροσούλα αυγινή,
αγιόκλημα κι ασπάλαθο
και μαύρο γιασεμί. 


Τα δειλινά ανθίζουνε
και τις αυγές ραγίζουνε. 


Τα σπίτια που 'ναι πέτρινα,
είδαν γεννιές εφτά,
κορμάκια ωχρά σαν κέρινα
ν' ανοίγουνε πανιά. 


Μαύρος κισσός τα τύλιξε,
σαν χέρι του ληστή.
Βαρύ λιθάρι κύλησε
στην πόρτα την κλειστή.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

To αγαποβότανο

Στα μέρη μου ανθεί τ' αγαποβότανο,
στης άνοιξης το πρώτο το φανέρωμα,
τ' αμάραντο του πόθου τ' αγριόχορτο,
που ευωδιάζει μόνο το ξημέρωμα .

Οι κόρες, τότε, ανάβουν οι αφίλητες,
κρυφά το καντηλάκι τ' Άγιου Έρωτα,
του τάζουν χίλια-δυο για την αγάπη τους
και δέονται για του πόθου τ' αφανέρωτα .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στα μέρη μου ανθεί τ' αγαποβότανο,
κοντά στα εκκλησάκια τ' Άγιου Έρωτα,
που σμίγει τα κορμιά -βαθιά μεσάνυχτα -
και ευλογά τα βράδια τ' αξημέρωτα . . .

Ο Αρχάγγελος της Πίνδου


Ένας αητός περήφανος,
ένας λεβενταράς,
δώθε η Μουργκάνα τού μιλά,
τον χαίρεται ο βοριάς,
πέρα τον καμαρώνουν τα
βουνά της Τσαμουριάς.


-Γεια σας, βουνά, ψηλά βουνά,
χωροφυλάκοι του ντουνιά !
-Γεια σου, λεβε-λεβενταρά,
μπράτιμο που 'χεις το βοριά !
........................................

Ένας αητός περήφανος,
ένας λεβενταράς,
μοιάζει, μανούλα μ' , Μπότσαρης,
μάνα μ', Νικηταράς,
κι αν κάνει πως προσεύχεται,
μανίτσα μου, Αη-Λιας !


-Γεια σας, αστέρια κι ουρανέ
που δεν θα σβήσετε ποτέ !
-Γεια σου, λεβε-λεβενταρά,
Αρχάγγελε χωρίς φτερά !

Νανούρισμα


Κοιμήσου, μάτια μ' όμορφα,
αγγελικά μου μάτια.
Νάνι, στης Πίνδου, γιόκα μου,
τα πέτρινα παλάτια.
που 'χουν γρανίτη αράγιστο
εξήντα οχτώ καράτια.

Νάνι και νάνι, νάνι-να
και φτάνουμε στα Γιάννινα.
Στην Κιάφα, στην Καλούτσιανη...
Γεια και χαρά σας, Χριστιανοί !
Στον Κουραμπά, στο Κουρμανιό,
κρέμασ' του, Θεέ μου, φυλαχτό
και του Αη-Γιώργη, το σπαθί
να μην το βλάφτουν οι κακοί.
.........................................................
Κοιμήσου, μάτια μου γλυκά,
κοιμήσου, αποσπερίτη .
Νάνι και σού 'στειλε ο Θεός
της Γκιώνας τον πετρίτη,
να σε φυλάει, καρδούλα μου,
που 'σαι μικρό σπουργίτι.

Νάνι και νάνι, νάνι-να
και φτάνουμε στα Γιάννινα.
Αχ Παναγιά μου, κοίτα το :
στο γαϊδουράκι ξαπλωτό ...
Ίδιο καβάλησε ο Χριστός,
φτωχούλης κι άμαθος κι αυτός
μες στα Ροσόλυμα να μπει
και τον σταυρώσαν οι κακοί....

..............................................
Νάνι και νάνι, νάνι-να
και φτάσαμε στα Γιάννινα...

Οι αγωγιάτες

Η άνοιξη πλημμύριζε τις στράτες.
Μεθούσαν τα κυκλάμινα.
Στο δρόμο, κάτι γέροι αγωγιάτες
τραβούσαν για τα Γιάννινα.
....................................
Εζύγωνε το τέλος του Απρίλη...
Πικρό Μεγαλοβδόμαδο...
Τρεμόπαιζε στου ζέφυρου τα χείλη
το γαλανό τ' απόβραδο.
....................................
Στον ήσυχο το λόγκο νυχτωμένοι,
μικρά γιατάκια στρώσανε
κι απ' το μακρύ το δρόμο αποσταμένοι,
να κοιμηθούν ξαπλώσανε...

Κι όπως καθένας είχε τον καημό του
-στράφι η ζωή ...δεν άνθισε-
κατέβηκε ο Χριστός απ' το Σταυρό Του
κι ανάμεσά τους κάθισε.

Κι η άνοιξη πλημμύριζε τις στράτες...

Η Ρωμιοσύνη

 
Μια φτωχονιά, μια καλονιά,
μια πέρδικα στο χιόνι,
είπε να βγει μες στον βαρύ
καιρό, καλά και σώνει.

Γύρω της κλώθεται ο βοριάς,
απάνω χιόνι ρίχνει,
μα ετούτη δρόμο και δρομί
παίρνει και δρόμο αφήνει.
Μπορεί και να 'ναι η Παναγιά,
μπορεί κι η Ρωμιοσύνη.
.............................

Μια φτωχονιά μες στο χιονιά,
μια λυγαριά του Άθω,
σαν κυματάκι δέρνεται
σε πελαγίσιο βράχο.

Άσπρισε η στράτα, πάγωσε!
Εμάργωσε κι εκείνη,
μα της ετάχτη πάντα ορθή ,
να πάει, ό,τι κι αν γίνει,
γιατί είν' η κόρη του καημού,
γιατί είν' η Ρωμιοσύνη.


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Στoυ βράχου το ράγισμα


Θα μπορούσα να ζω

στης φλόγας την άνθιση,

σαν ο ήλιος μεθά

των ρόδων την άνοιξη...



Θα μπορούσα να ζω

στoυ βράχου το ράγισμα,

στων φτερών των πουλιών

το πρώτο πλατάγισμα...



Θα μπορούσα να ζω

στων άστρων τα δάκρυα,

στου μονάχου ουρανού

μια απόμερη άκρια....

Μια βάβω που 'χε δυο ορφανά...

Μια βάβω που 'χε δυο ορφανά...
Mια βάβω είχε δυο πουλιά ,
δύο βουβά τρυγόνια, 
δυο βλασταράκια μοναχά,
δυο ορφανεμένα αγγόνια.

Το ‘να το βάσταγε αγκαλιά 
γιατ’ ήτανε μικράκι,  
τ’ άλλο το μεγαλύτερο
το βάσταγε απ’ την πλάτη.  

Κι η μάνα απ’ τον Παράδεισο   
η μάνα αποθαμένη,   
το δάκρυ έστελνε ψωμί (το δάκρυ ζύμωνε ψωμί)
και τον καημό της μέλι:


-Μάνα μ’,ψωμάκι τάισ’τα,(-Μάνα μ',ψωμάκι στέλνω σε,) 
άντρες για να τα κάνεις  
και μέλι, την αρφάνια τους  
μανούλα μ’ , να γλυκάνεις.



-Κόρη μ', ψωμί δεν θέλουνε,
κόρη μ', δεν θέλουν μέλι,
μόν' θέλουν τη μανούλα τους
που πήραν οι αγγέλοι.

Βαρκάδα στην Πίνδο

Έχω μια βάρκα με πανιά, 
-βαρκούλα μου τρεχάτη- ! 
Τη δένω πάνω στα βουνά, 
να μην την πιάνει μάτι.

Πάμε, βαρκούλα μου, γιαλό,
γιαλό-γιαλό, γιαλό-γιαλό,
ψηλά στου Βίκου τον γκρεμό.

Τις νύχτες με την ξαστεριά
και με τη φεγγαράδα,
έρχονται τσούρμο τα παιδιά
και βγαίνουμε βαρκάδα.

Πάμε ,παιδάκια μου, γιαλό ,
γιαλό-γιαλό, γιαλό-γιαλό,
με το φεγγάρι το γλυκό.

Στην πρύμνη κάθεται ο Άη-Λιας,
με τον ξανθόν Ιούλη,
στην πλώρη ο τρελός Νοτιάς
μαζί με το Θεούλη.

Πάμε, Θεούλη μου, γιαλό,
γιαλό-γιαλό, γιαλό-γιαλό,
στην Πίνδο και στον ουρανό.

Φύσα, μαϊστρο, τα πανιά,
στα σύμπαντα να πάμε
κι άμα χαράξει η ροδαυγή,
στα Γιάννενα γυρνάμε.


Πάμε, αστεράκι μου, γιαλό
γιαλό-γιαλό, γιαλό-γιαλό,
στα Γιάννενα και στο Δολό.



Κέδρα,Χριστούλη και βουνά και δεκαπεντασύλλαβο.

-Πουλάκι,πού γκιζέραγες και λάμπουν τα ματάκια σου;
-Άθω,Τζουμέρκα,Τσιαμαντά, Πίνδο,Μυστρά και Κίσσαβο.
-Καλούδια τι μας έφερες,απάνω στα φτεράκια σου;
-Κέδρα,Χριστούλη και βουνά και δεκαπεντασύλλαβο.


Κέδρα για την αυλίτσα σας,
Χριστό για την ψυχή σας,
βουνά για Το Ταξίδι σας
και την υπομονή σας.


Και δεκαπεντασύλλαβο,
για των παιδιών την κούνια,
να κουρταλεί στον ύπνο τους,
σαν γκεσεμιού κουδούνια !


Εφτά κι οχτώ, οχτώ κι εφτά
καμπαναριά στο σπίτι,
με δέσποτα τον Παλαμά
και το Βαλαωρίτη !


Και "ντιν" και "νταν" και "ντιν" και "νταν",
στον ύπνο που κοιμούνται,
μ' Ελλάδα να μπολιάζονται
κι Έλληνες να λογιούνται ...


Ότι μου το 'παν τα βουνά :
"Μολύνθηκαν οι κάμποι
κι ο Ιλισσός εστέρεψε
κι η Ακρόπολη δεν λάμπει...


Και περπατάει ο Όμηρος
Θράκη-Αιγαίο-Κρήτη
και τραγουδάει αρπίζοντας,
σαν τον Τρελό Προφήτη!


Κι ουδέ ακούει άνθρωπος
κι ουδέ καταλαβαίνει
κι η Ελλάδα αγγελοκρούεται
στη λύρα του δεμένη. . . "

...............................

Κέδρα, Χριστούλη και βουνά
και δεκαπεντασύλλαβο !

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Προσευχούλα στη βροχή


Δυο κυπαρισσόπουλα,
δυο κυπαρισσάκια,
στη βροχή προσεύχονταν,
για τα Ελληνάκια :


-Πότισ' τες, κυρα-βροχή,
μες στις καμαρούλες,
τις κοντούλες λυγαριές,
τις μικρές ψυχούλες!


Θ(ε)οδωράκη πότισ' τες
κι Όμηρο κι Ελύτη,
να 'χουν στις μυρτιές σχολειό
και στον Ήλιο σπίτι!


Να 'χουν περατάρη τους,
με κορμάκι αδράχτι,
τον αητό του Κόζιακα,
τον αστροσυνάχτη,


που 'χει το χρυσό κλειδί,
τις γερές φτερούγες,
να σε βγάζει στου παλιού
του καιρού τις ρούγες,


στον παππού τον Όμηρο
απ' την Ιωνία,
που 'χε πατερούλη-Φως,
μάνα-Αρμονία


κι έσταζε στην κουπαστή,
απ' τον Παρθενώνα,
στ' άστρα κόκκινο κρασί,
ρόδα στον αιώνα


και το πλοίο αρμένιζε,
μες στη σοροκάδα
κι άστραφτε η Μεσόγειος,
Φως, Ρυθμό κι Ελλάδα !

...........................
-Πότισ' τες, κυρα-βροχή,
μες στις καμαρούλες,
τις κοντούλες λυγαριές,
να πετούν ριζούλες,


ν' ακουμπούν στα θέμελα,
απ' τον Παρθενώνα,
μπόρα να μη σκιάζονται

και βαρύ χειμώνα ...!

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Η λαμπάδα


Βάλ' τη να κάψει όπως παλιά,
παπούλη, τη λαμπάδα,
τώρα που πλάκωσε βαθύ
σκοτάδι την Ελλάδα.


Κι αν δεν σου βρίσκεται μηδέ
λιβάνι για να κάψεις
κι ουδέ κεράκι της δραχμής
να βγάλεις και ν' ανάψεις,





να παραγγείλεις στο βοριά,
γέροντα, να σου φέρει
φωτιά και μοσχολίβανο,
λαμπάδα κι αγιοκέρι.


Να ειπείς και στον αρχάγγελο,
άγιο το Μακρυγιάννη
να βάλει μέσα στα σχολειά
και τον Παπαδιαμάντη,

ότι, στα λίγα τα πολλά
κι "εν τη πτωχεία τα πλούτη"
κι ότι τη μοίρα μας , ζαβοί
ορίζουνε και Βρούτοι.
......................................

Κάν' το, παπούλη, το καλό,
εκεί που 'σαι στον Άθω
και ψάλλε τ' Άξιον Εστί,
ψάλλε το Υπερμάχω...


Οι βάρβαροι παλεύονται,
οι Άβαροι λυγάνε,
οι αβαρείς, παπούλη μου,
ποτέ μην κυβερνάνε.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Ο Μάνθος ο καλόγερος


Ο Μάνθος πίνει δυο κρασιά,
κάνει την προσευχή του
και του 'ρχεται στον ύπνο του
μια μικροχωριανή του.

Του 'ρχεται σαν την πέρδικα,
σαν μελισσούλα πάει,
πορτόφυλλα δεν τρίζουνε,
σκυλί δεν αλυχτάει.
...........................
Διαβαίνει δεν τη βλέπουνε.
Ντορό μήτε που αφήνει.
Έρχεται για δεν έρχεται,
ξέρει μονάχα εκείνη
κι ο Μάνθος και το σύννεφο
και το κρασί που πίνει.
..........................
Τη βλέπει μήνες έξι-εφτά.
μα πριν να βγει ο χρόνος,
νύφη στα Γιάννινα την πάν'
κι ο Μάνθος μένει μόνος.

Τον καίει μαράζι αβάσταχτο,
τον καίει κακό γιαγκίνι.
Μάνα κι αδέρφια παρατά,
καλόγερος να γίνει.
...................................
Στην Τσιούκα τώρα, τα βαριά
τα σήμαντρα χτυπάει,
ν' ακούει αυτή στα Γιάννινα,
το Μάνθο που πονάει,
το Μάνθο τον καλόγερο,
το Μάνθο πoυ αγαπάει.
..................................
Καμιά φορά, καμιά γιορτή,
αριά και κάπου-κάπου,
τη φέρνει μες στ' ασκηταριό,
η προσευχή του Μάνθου.

Κουρνιάζει μες στα στήθια του
σαν το τρελό τζιτζίκι.
Φεύγει το γλυκοχάραμα,
ψηλά απ' τ' αρχονταρίκι.
..................................
Διαβαίνει δεν τη βλέπουνε.
Ντορό μήτε που αφήνει.
Έρχεται για δεν έρχεται,
ξέρει μονάχα εκείνη
κι ο Μάνθος κι ο Αρχάγγελος
και το κρασί που πίνει.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Να πέθαινα από άνοιξη κι αγάπη...


Να πέθαινα από άνοιξη κι αγάπη*,

ωραίος, αχ! κι αγέραστος κι ορθός,

μ' αχόρταστα κι ορθάνοιχτα τα χείλη,

στον ήλιο και στου Έρωτα Το Φως...!

.........................................................

Να πέθαινα από άνοιξη κι αγάπη,

μια νύχτα μοναχός μου στα βουνά,

σαν χρυσαλίδα που 'χασε το δρόμο

και μέθυσε από άστρα κι ερημιά...!




"Πεθαίνουμε από άνοιξη κι αγάπη": στίχος του Λοζετσινού δάσκαλου-ποιητή Τάσου Κανάτση

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Ο Ελληνάκος

Ο Γκάτσος είναι χρυσαητός,
ο Ρίτσος περιστέρι,
ο Μίκης μαύρος ποταμός
κι ο Μάνος καλοκαίρι.

Ο Σολωμός Μαγιάπριλο,
τζιτζίκι ο Σκαλκώτας,
κι ο Παλαμάς παράθυρο
να μπαίνει ο Ευρώτας.

Η Μπέλου είναι ψίθυρος,
στου Ζέφυρου τα χείλη,
κι ο Μπιθικώτσης σήμαντρο
και προσευχή το δείλι.

Κι ο ελληνάκος ο φτωχός
σβηστή φωτοβολίδα,
με δίχως αστραψιά και φως
στη μαύρη καταιγίδα.

Βόηθα τον, πνεύμα Ελληνικό,
βόηθα τον να πορέψει !
Δώσ' του πυξίδα κι υλικό,
στα δύσκολα ν' αντέξει.

Δώσ' του τραγούδια αθάνατα !
Δώσ' του και ξαναδώσ' του,
τώρα που είναι ανήμπορος,
φτωχός και μοναχός του.

Δώσ' τού λαού γερά φτερά
κι αμάραντα λουλούδια,
για να διαβεί το Γολγοθά,
μ' αθάνατα τραγούδια,

σαν το παιδάκι τ' ορφανό,
σαν μέρμηγκας στο χιόνι
σαν Διγενής στό σκοτεινό
το μαρμαρένιο αλώνι !






Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Ο αντάρτης


Πάρε με, νύχτα, πάρε με
μια χαραυγή του Μάρτη,
πάρε με στα ψηλά βουνά,
στα διάσελα αντάρτη.


Να ειδώ ποιος κλέβει το λαό
και ποιος ψωμί δεν έχει,
σπαθί να πιάσω δαμασκί,
ν' αστράψει το ντουφέκι
ν' αναγαλλιάσει ο Θεός
και «-Γιούργια!» να μου γνέφει
και να χαράξει Πασχαλιά
κι η Ανάσταση να έρθει,
για σένανε, λαέ μου...

..........................
Πάρε με καπετάν-Αη-Λιά
στο τσούρμο σου αντάρτη,
κι άιντε το άδικο, Άγιε μου,
να σβήσουμε απ' το χάρτη


να στήσει γλέντι ο ταπεινός
κι όλο το φτωχολόι
και μοιριολόι οι άρχοντες
κι όλο τ' ακριδολόι.



ν' αναγαλλιάσει ο Θεός
και «-Γιούργια!» να μου γνέφει
και να χαράξει Πασχαλιά
κι η Ανάσταση να έρθει,
για σένανε, λαέ μου.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Στης Πϊνδου το τέμπλο


Όταν θα γίνω αεράκι,
να πάω να βρω το Θεούλη,
ψηλά θα στρώσω γιατάκι,
στης Πίνδου το καραούλι,

να ψέλνω με το βοριά,
στους ταπεινούς "ωσαννά".

Κι απ' το θρασκιά πιο μονάχος,
στα ορεινά μου ψαλτήρια,
"-Ε, 'σύ, αμέρωτο πάθος!",
θα με καλούν τα γιοφύρια...

"-Ε, γεφυράκια μου έρμα!",
χαιρετισμό θ' αντιπέμπω,
πλάι στου ήλιου το γέρμα,
μπροστά στης Πίνδου το τέμπλο.

Κι αδέρφια μου θα τα νιώθω
και τ' άψυχα και τα ζώντα,

γιατί είναι ίδιο το αίμα
της όχεντρας και του βράχου
και της πνιγμένης στο ρέμα
-εφτά αιώνες- τ' Αράχθου

και του χιονιού και της μάνας
και του μονάχου πετρίτη
και της ξερής της αφάνας
και τ' αστεριού στην ομίχλη :

ποτάμι μες στον αιώνα
κι άφαντο, πέτρινο πέπλο
και καντηλάκι στη Γκιώνα,
μπροστά στης Πίνδου το τέμπλο!
..................................
"-Ε, 'σύ, αμέρωτο πάθος!",
θα με καλούν τα γιοφύρια...

"-Ε, γεφυράκια μου έρμα!",
χαιρετισμό θ' αντιπέμπω....

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Η καμαροφρυδάτη

Μια Ζαγορίσια όμορφη
μια καμαροφρυδάτη,
καρτέραγε τον άντρα της
χρόνους εφτά και κάτι. 

 Καρτέραγε...Καρτέραγε...

Τον ήτανε στη Βενετιά,
τον ήτανε στη Δύση,
Φραντζέσκα ρούσα αγάπησε
και πια δεν θα γυρίσει.

Βροχή τα δάκρυα τουτηνής

ετρέχανε ποτάμι,
ο Άγιος τη σπλαχνίστηκε
και ποταμό την κάνει ,

να παίρνει το παιδάκι της,

να δρασκελάει τα βουνά,
στη Βενετιά να τρέχει,
Χριστούγεννα και Πασχαλιά
τον άντρα της να βλέπει.

Και τo καμαροφρύδι της

που 'χε πνιγεί στο δάκρυ,
το 'κανε πετρογέφυρο
στου ποταμού την άκρη,

γεφύρι-πετρογέφυρο...

Διαβαίνουν οι μελαχρινές,

και τεμενά τούς κάνει.
Περνούν κι οι ρούσες κι οι ξανθές,
τις ρίχνει στο ποτάμι.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Ο Ηπειρώτης

Μονάχος του-ολομόναχος,
ο Ηπειρώτης πάει,
τριάντα αιώνες στη φωτιά
αντέχει και βαστάει.

Έχει την Πίνδο μάνα του
αδέρφια τ' ασπαλάθια,
έχει και πρωτοξάδερφα
τα κέδρα και τα βράχια.

Έχει και μια βελανιδιά
αρχαία στη Δωδώνη.
Τη μάγεψε η Ολύτσικα
και κλαίει σαν τ' αηδόνι :

-Eκεί ψηλά που περπατάς,
κοίτα μην κρυοπάρεις,
κοίτα και τους προγόνους σου
απ' το μυαλό μη βγάλεις.

-Εδώ που πάω μοναχός,
εδώ που αγκομαχάω,
αλλιώς το σύμπαν βάφτισα,
τη ρίζα να βαστάω :

Τον ήλιο λέω Όμηρο
και Πλάτωνα το Λάκμο,
Τζαβέλα τον Αχέροντα,
την τραμουντάνα Διάκο.

Φυσάει κι αντρειώνομαι
χιονίζει κι αντρειεύω,
ανάπαιστους και φλάμπουρα
στον ποταμό μαζεύω.


Εμένα μ' έθρεψε η φωτιά,
με θέριεψε η ανάγκη.
Τι να μου κάνει ο Μαμωνάς
κι οι Γιάνκηδες κι οι Φράγκοι...;

...............................................
Τριάντα αιώνες στη φωτιά
ο Ηπειρώτης πάει.
Παλεύει, ξενιτεύεται
κι αντέχει και βαστάει.

Μάνα μ' , σγουρός βασιλικός !


Μάνα μ' , σγουρός βασιλικός
κι αυλίτσα με πανσέδες,
δροσούλα κι Άη-Δημήτρηδες,
Θεό και μενεξέδες...

...Να ξαποσταίνει ήσυχα, 
 
το σπίτι μες στη νύχτα,
να βγαίνει απ' το εικόνισμα,
να ρίχνει ο Άγιος δίχτυα,

να ρίχνει στ' άστρα πεταχτή, 
 
στη στέγη παραγάδια,
να πιάνει αστρομαλάματα
και φεγγαροπετράδια,

στο πλάι τους να τα βρίσκουνε, 
 
τ' αγγόνια σαν ξυπνάνε,
το Φως γλυκά να χαίρονται,
τον κόσμο ν' αγαπάνε...

...Να ξημερώνει ο Θεός, 
 
την ίδια ώρα πάντα,
σαν ταχυδρόμος με καλά
μαντάτα μες στην τσάντα...
..........................................
Μάνα μ', σγουρός βασιλικός
και πέτρινη πατρίδα.
Εγώ πολλά δε διάβασα,
εγώ πολλά δεν είδα.

Είδα το χρυσομπούρμπουνα, 
 
να πολεμάει τ' αγιάζι
κι είπα "όποιος σταυρώνεται
κι όποιος πονάει, αγιάζει !"

Είδα τη δρόσο του πρωγιού, 
 
στην κάψα τ' Αλωνάρη,
να ξεδιψάει το μέρμηγκα
το μεροκαματιάρη

κι είπα "κανείς δε χάνεται 

  κι όλα σοφά φτιαγμένα,
απ' της Αγάπης το θεό,
απ' το θεό Τον Ένα !" 

 ................................................
Μάνα μ', σγουρός βασιλικός
κι αυλίτσα με πυξάρι,
κι ένα αηδονάκι στην ιτιά,
και λίγο γιοματάρι

κι όλου του κόσμου οι φτωχοί
 
κι όλης της Γης οι φίλοι
κι ο κύρης μου Αρχάγγελος
στη φλόγα απ' το καντήλι,

να με φυλάει να με κοιτά, 
 
να μου γλυκομιλάει,
κι απ' όταν ζούσε πιο σφιχτά,
μάνα μ' , να με βαστάει !

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Ο αητός της Μουργκάνας

 

Ο αητός της Μουργκάνας
 Αητός αητό δασκάλευε,
απάνω στη Μουργκάνα,
με τεφτεράκια πέτρινα
και μολυβάκια-κράνα :

"-Εδώ να κάτσεις , μάγκα μου,
μέχρι που ν' αποθάνεις,
με τ' άστρα και την παγωνιά,
φίλος και πεχλιβάνης... "

"...Στα χίλια μέτρα καίγεσαι,
στα πεντακόσια λειώνεις,
στον κάμπο στάχτη γίνεσαι
παγώνεις και πετρώνεις."
.............................
Του σκάει ο κάμπος πονηρός,
χαμόγελο πλατίνα.
Λιμάρει τα νυχάκια του
και μπαίνει στην Αθήνα.

Λειώνει σαν ζαχαρίτσα στους
ογδόντα φαρενάιτ.
Γίνονται τα φτεράκια του,
δυο τσάντες σαμσονάιτ.

Πρωί φοράει κουστουμιά,
γιόμα γίνεται γιάπης,
νύχτα πουλάει τη μάνα του
κι αυγή τα δάκρυά της...